|
Γράφει ο/η Ευστάθιος Απριλίου
|
|
13.04.07 |
Σχετικὰ μὲ τὴν ταινία οἱ 300, ἡ ὁποία συνεχίζει νὰ προσελκύη τὸ κοινὸ καὶ νὰ κάνη ρεκὸρ εἰσιτηρίων, δὲν θὰ ἤθελα νὰ κάνω ἕνα ἀκόμη σχόλιο . Σχετικὰ δηλαδὴ μὲ τὸ ἂν εἶναι βίαιη ἢ αἱμοσταγὴς ἢ ἀνακριβὴς ἢ ὅπως ἀλλιῶς ἔχει χαρακτηριστεῖ ἀπὸ διαφόρους «εἰδικούς» του κινηματογράφου . Ἐγὼ τὴν εἶδα καὶ ὁμολογῶ ὅτι μου ἄρεσε περισσότερο ἀπ’ ὅτι περίμενα. Θὰ ἤθελα ὅμως νὰ προσθέσω μία «σκηνή» ποὺ ἔλειπε καὶ φυσικὰ δὲν περίμενα νὰ τὴν δῶ γιατί εἶναι ἀπὸ τὶς λεπτομέρειες ἐκεῖνες τῆς ἱστορίας ποὺ δὲν εἶναι καὶ τόσο προβεβλημένες.
Ἀφοῦ ἐτελείωσε ἡ μάχη καὶ οἱ Πέρσες ἑτοιμαζόταν νὰ προχωρήσουν πρὸς τὴν Ἀττική, κάποιοι πάμπτωχοι Ἀρκάδες ἐπῆγαν στοὺς Πέρσες καὶ ζητοῦσαν ἐργασία. Τοὺς παρουσίασαν στὸν Ξέρξη , ποὺ συνήθιζε νὰ παίρνει ὁ ἴδιος πληροφορίες καὶ τοὺς ρώτησε: « Τί κάνουν οἱ ὑπόλοιποι Ἕλληνες;» «Παρακολουθοῦν τοὺς ἀγῶνες στὴν Ὀλυμπία», ἀπαντοῦν ἐκεῖνοι. «Καὶ ποιὸ εἶναι τὸ ἔπαθλο γιὰ τοὺς νικητές;» ρωτᾶ ὁ Ξέρξης . «Τοὺς δίδουν ἕναν στέφανον ἀπὸ κλάδο ἐλαίας», ἀποκρίνονται οἱ Ἀρκάδες. Ὅταν ὁ Τριτανταίχμης , υἱὸς τοῦ Ἀρτάβανου , ἄκουσε ὅτι τὸ ἔπαθλο δὲν ἦταν χρήματα ἀλλὰ μόνον ἕνας κλάδος ἐλαίας , σηκώθηκε καὶ παρουσία ὅλων ἐκραύγασε πρὸς τὸν Μαρδόνιο: «Πῶ! Πῶ! Μαρδόνιε, ἐναντίον ποιῶν ἀνδρῶν μας ἔφερες νὰ πολεμήσωμεν; οἱ ὁποῖοι δὲν ἀγωνίζονται διὰ χρήματα ἀλλὰ διὰ τὴν δόξαν!» Καὶ κάτι ἀκόμα ποὺ ἀναφέρει ὁ Διόδωρος ὁ Σικελιώτης. Τὴν τελευταία νύχτα τῆς μάχης , οι Σπαρτιάτες μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν Λεωνίδα ἔκαναν ἕφοδο στὸ περσικὸ στρατόπεδο ἔφτασαν μέχρι τὴν σκηνὴ τοῦ Ξέρξη ἀλλὰ γιὰ καλή του τύχη δὲν ἦταν ἐκεῖ. Ἂν ὁ βασιλιὰς ἔμενε στὴν βασιλικὴ σκηνὴ θὰ εἶχε σκοτωθεῖ εὔκολα καὶ ὁ πόλεμος θὰ εἶχε ἕνα σύντομο τέλος. Τὸ νὰ θυσιάζεσαι στὸ πεδίον τῆς μάχης ὄχι μόνον διὰ τὴν ἐλευθερία ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν δόξαν εἶναι τὸ χαρακτηριστικό της ἑλληνικῆς ψυχῆς. Εἶναι τὸ ἴδιον τῆς φυλῆς μας, εἶναι αὐτὸ ποὺ ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα μᾶς ξεχώριζε ἀπὸ τοὺς βαρβάρους. Εἶναι τὸ συστατικό της ἀθανασίας. Ὅσοι ἀκόμα δὲν εἴδατε τὴν ταινία, σας τὸ συνιστῶ ἀνεπιφυλάκτως. Ευστάθιος Απριλίου |